lexicographer
lex
ˌlɛk
lek
i
si
cog
ˈkɒg
kog
ra
pher
choreographeroceanographerpornographerautobiographer

Ορισμός και σημασία του "lexicographer"στα αγγλικά

01

λεξικογράφος, συντάκτης λεξικών

a person whose job is to write and edit a dictionary 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lexicographers
Παραδείγματα
Emily aspired to become a lexicographer and spent years studying linguistics and compiling dictionaries. 

Η Έμιλι φιλοδοξούσε να γίνει λεξικογράφος και πέρασε χρόνια μελετώντας γλωσσολογία και συντάσσοντας λεξικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store