lexicographer
lex
ˌlɛk
λεκ
i
σι
cog
ˈkɑg
καγκ
ra
ρα
pher
fɜr
φερρ
/lˌɛksɪkˈɒɡɹəfɐ/

Ορισμός και σημασία του "lexicographer"στα αγγλικά

01

λεξικογράφος, συντάκτης λεξικών

a person whose job is to write and edit a dictionary
Παραδείγματα
The lexicographer collaborated with a team of linguists and researchers to update the dictionary with new words and definitions.
Λεξικογράφος συνεργάστηκε με μια ομάδα γλωσσολόγων και ερευνητών για να ενημερώσει το λεξικό με νέες λέξεις και ορισμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store