Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pidginization
01
πιτζινικοποίηση, σχηματισμός πιτζίν
the process in which a simplified form of language, known as a pidgin, emerges as a means of communication between groups of people who do not share a common language
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























