Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Isoglass
01
ισόγλωσσα, γραμμή ισογλώσσης
a geographic boundary that marks the linguistic feature or variation in pronunciation, vocabulary, or grammar between different dialects or language varieties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
isoglasses



























