Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Verb stacking
01
στοίβαξη ρημάτων, διαδοχική ένωση ρημάτων
a linguistic phenomenon where multiple verbs are consecutively combined in a single clause without explicit marking or coordination, resulting in a complex verb phrase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
verb stackings



























