rendaku
ren
ˈrɛn
ρεν
da
dɑ:
ντα
ku
ku:
κου

Ορισμός και σημασία του "rendaku"στα αγγλικά

01

rendaku, φωνολογικό φαινόμενο στα ιαπωνικά όπου το αρχικό σύμφωνο του δεύτερου στοιχείου μιας σύνθετης λέξης υφίσταται ηχοποίηση ή μαλάκυνση συμφώνων

a phonological phenomenon in Japanese where the initial consonant of the second element in a compound word undergoes voicing or consonant softening 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store