Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indefinite determiner
/ɪndˈɛfɪnət dɪtˈɜːmɪnɚ/
Indefinite determiner
01
αόριστο προσδιοριστικό, αόριστο άρθρο
a type of determiner used to refer to non-specific or unidentified nouns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indefinite determiners



























