proper adjective
proper
'prɒpər
propēr
adjective
'æʤɪktɪv
ājiktiv

Ορισμός και σημασία του "proper adjective"στα αγγλικά

Proper adjective
01

κατάλληλο επίθετο, επίθετο που προέρχεται από ένα κύριο όνομα και χρησιμοποιείται για να περιγράψει ή να τροποποιήσει ένα ουσιαστικό

an adjective that is derived from a proper noun and is used to describe or modify a noun 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
proper adjectives

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store