Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dummy pronoun
01
ψεύτικη αντωνυμία, κενή αντωνυμία
a pronoun that serves as a grammatical placeholder or filler in a sentence, having no specific referential meaning but fulfilling syntactic requirements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dummy pronouns



























