Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Locksmithing
01
κλειδαριά, τέχνη του κλειδαρά
the skillful trade of working with locks and keys, including repairing, installing, and adjusting them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























