locksmithing
Pronunciation
/lˈɑːksmɪθɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "locksmithing"στα αγγλικά

01

κλειδαριά, τέχνη του κλειδαρά

the skillful trade of working with locks and keys, including repairing, installing, and adjusting them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store