Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intarsia
01
εντάρσια, ξυλογλυπτική
a woodworking technique that involves creating decorative designs or pictures by fitting together various shapes and colors of wood pieces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intarsias



























