Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Origata
01
origata, παραδοσιακή ιαπωνική τέχνη της τυλίξης δώρων με διακοσμητικό χαρτί και τεχνικές πτυχώσεων
a traditional Japanese art form that involves wrapping gifts or other items using decorative paper and folding techniques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
origatas
LanGeek



























