orifice
o
ˈɔ
ο
ri
ρα
fice
fəs
φασ
/ˈɒɹɪfɪs/

Ορισμός και σημασία του "orifice"στα αγγλικά

01

άνοιγμα, τρύπα

a hole or external opening in the body, such as an ear canal or the anus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orifices
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store