Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orifice
01
άνοιγμα, τρύπα
a hole or external opening in the body, such as an ear canal or the anus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
orifices
LanGeek



























