Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lucet
01
lucet, πιρούνι lucet
a handheld tool used for making braided cords or laces, consisting of a small pronged fork or a carved shaped tool with a hole in the center
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lucets



























