Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leather carving
01
σκάλισμα δέρματος, χαρακτική δέρματος
a leatherworking technique that involves cutting and stamping designs or patterns into the surface of leather using specialized carving tools
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























