bourgeois
bourgeois
bʊəʒwɑ:
buezhvaa

Ορισμός και σημασία του "bourgeois"στα αγγλικά

01

αστός

someone who belongs to the middle class and is often seen as having conventional or materialistic attitudes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bourgeois
Παραδείγματα
The bourgeois often seek stability and comfort in their lives, prioritizing security over risk. 

Οι αστοί συχνά αναζητούν σταθερότητα και άνεση στη ζωή τους, προτεραιοποιώντας την ασφάλεια έναντι του κινδύνου.

02

αστός, αστική τάξη

the capitalist class who own businesses and exploit workers for profit, according to Marxist theory 
Παραδείγματα
The bourgeois amassed wealth through the exploitation of workers, leading to significant economic inequality. 

Η αστική τάξη συσσώρευσε πλούτο μέσω της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, οδηγώντας σε σημαντική οικονομική ανισότητα.

01

αστικός, καπιταλιστικός

belonging to the wealthy property-owning class that profits from and exploits the working class, as described in Marxist theory 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The strike was seen as a challenge to the bourgeois elite controlling the factories. 

Η απεργία θεωρήθηκε ως πρόκληση για την αστική ελίτ που ελέγχει τα εργοστάσια.

02

αστικός, μικροαστικός

relating to the middle class, especially in terms of conventional values, materialism, or social respectability 
Παραδείγματα
His taste in decor was thoroughly bourgeois — neat, safe, and predictable. 

Η γούστα του στη διακόσμηση ήταν εντελώς αστικές — τακτοποιημένες, ασφαλείς και προβλέψιμες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store