Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corinthian column
01
κορινθιακή στήλη, στήλη κορινθιακού ρυθμού
a type of classical architectural column characterized by a slender, fluted shaft, a capital adorned with acanthus leaves, and a base
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Corinthian columns



























