Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corinthian
01
Κορίνθιος, κάτοικος Κορίνθου
a resident of Corinth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Corinthians
02
ένας άνδρας αφιερωμένος στην αναζήτηση της απόλαυσης, ηδονιστής
a man devoted to the pursuit of pleasure
corinthian
01
κορινθιακός, σχετικός με την Κόρινθο
of or relating to or characteristic of Corinth or its inhabitants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
κορινθιακός, σχετικός με το κορινθιακό ρυθμό
relating to or characteristic of a style of architecture known for its fancy and detailed design, featuring columns with decorative tops and leafy decorations, often seen in ancient Greek and Roman buildings



























