dougong
dou
ˈdəʊ
dew
gong
gɒng
gong
dugong

Ορισμός και σημασία του "dougong"στα αγγλικά

01

dougong, ένα παραδοσιακό κινεζικό αρχιτεκτονικό στοιχείο που αποτελείται από διαπλεκόμενες ξύλινες βάσεις που υποστηρίζουν την οροφή και μεταφέρουν το βάρος της δομής στους στύλους ή τους τοίχους

a traditional Chinese architectural element consisting of interlocking wooden brackets that support the roof and transfer the weight of the structure to the columns or walls 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dougongs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store