Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Triforium
01
τριφώριο, γαλερί τριφώριο
a narrow, arcaded gallery or passageway found above the arches of the nave in Gothic cathedrals, typically below the clerestory windows
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
triforia



























