Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cella
01
κέλλα, ναός
the central chamber or inner sanctuary of a temple in classical architecture, where the cult statue or sacred objects were housed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cellae



























