Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Metope
01
μετόπη, ορθογώνιος χώρος μεταξύ των τριγλύφων
a rectangular space or panel between the triglyphs in a Doric frieze, often decorated with relief sculptures or painted designs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metopes



























