Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dangler
01
αδιευκρίνιστο στοιχείο, κρεμασμένη πλοκή
a plot or character element that is introduced but never fully explained or resolved, leaving the audience with unanswered questions or loose ends
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
danglers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dangler
dangle



























