to dangle
dan
ˈdæn
dān
gle
gəl
gēl
dongledingledandle

Ορισμός και σημασία του "dangle"στα αγγλικά

to dangle
01

κρέμομαι, ταλαντεύομαι

to hang or swing loosely and freely, especially from one end or point 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dangle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dangles
ενεστώτα μετοχή
dangling
απλός αόριστος
dangled
παθητική μετοχή
dangled
Παραδείγματα
The keys dangled from her fingers as she walked down the hallway. 

Τα κλειδιά κρέμονταν από τα δάχτυλά της καθώς περπατούσε στο διάδρομο.

02

κρεμάω, ταλαντεύομαι

cause to dangle or hang freely 
03

δελεάζω, παρασύρω

to persuade someone to do something by offering them something pleasant 
Transitive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store