Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dangerous
01
επικίνδυνος
capable of destroying or causing harm to a person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dangerous
συγκριτικός βαθμός
more dangerous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
risk, safety, harm
Παραδείγματα
Crossing the road without looking is dangerous.
Το να διασχίζεις το δρόμο χωρίς να κοιτάς είναι επικίνδυνο.
02
επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος
likely to result in problems or negative consequences
Παραδείγματα
Implementing the new policy without thorough evaluation could be dangerous for the company's reputation.
Η εφαρμογή της νέας πολιτικής χωρίς ενδελεχή αξιολόγηση θα μπορούσε να είναι επικίνδυνη για τη φήμη της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dangerously
dangerousness
dangerous
danger



























