Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enthymeme
01
ενθύμημα, περικομμένος συλλογισμός
a rhetorical device that involves making a conclusion based on an assumption that is not explicitly stated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
enthymemes



























