bar stool
bar
bɑ:
baa
stool
stul
stool
bartool

Ορισμός και σημασία του "bar stool"στα αγγλικά

01

μπαρόκρεκλα, στράτα για μπαρ

a tall, narrow stool with a footrest, designed for seating at a bar or high counter 
bar stool definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bar stools
Παραδείγματα
The kitchen has several bar stools lined up at the counter for extra seating. 

Η κουζίνα έχει πολλά μπαρ σκαμνιά παρατεταγμένα στο πάγκο για επιπλέον καθίσματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store