Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scalloped curtain
01
κουρτίνα με οδοντωτή άκρη, οδοντωτή κουρτίνα
a type of curtain with a scalloped edge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scalloped curtains



























