scalloped curtain
sca
ˈskæ
σκαι
lloped
ləpt
λαπτ
cur
kɜ:
κερ
tain
tən
ταν

Ορισμός και σημασία του "scalloped curtain"στα αγγλικά

Scalloped curtain
01

κουρτίνα με οδοντωτή άκρη, οδοντωτή κουρτίνα

a type of curtain with a scalloped edge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scalloped curtains

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store