Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bottle-feed
01
ταΐζω με μπιμπερό, δίνω το μπιμπερό
to give a baby milk or other liquids using a bottle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bottle-feed
γ΄ ενικό πρόσωπο
bottle-feeds
ενεστώτα μετοχή
bottle-feeding
απλός αόριστος
bottle-fed
παθητική μετοχή
bottle-fed
Παραδείγματα
She bottle-fed her newborn last night.
Εκείνη τάισε με μπιμπερό το νεογέννητό της χθες το βράδυ.



























