Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scenographer
01
σκινογράφος, σχεδιαστής σκηνικών
a person who designs and oversees the construction of sets, costumes, lighting, and other visual elements of a theatrical production
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scenographers



























