Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scenarist
01
σεναριογράφος
a writer of screenplays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
scenarists
αρσενικό ενικό
scenarist
θηλυκό ενικό
scenariste
neutral form
screenwriter
LanGeek



























