scavenger
sca
ˈskæ
σκαι
ven
vɪn
βιν
ger
ʤə
τζα

Ορισμός και σημασία του "scavenger"στα αγγλικά

01

νεκροφάγος, σκουπιδιάρης

an animal that eats trash, leftovers, or dead animals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scavengers
Παραδείγματα
Vultures are scavengers that play an important role in the ecosystem. 

Γύπες είναι σαπροφάγα που παίζουν σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα.

02

ουδέτερο, καθαριστικό

a chemical substance added to a mixture to neutralize or remove impurities 
Παραδείγματα
The engineer added a scavenger to the fuel to prevent corrosion. 

Ο μηχανικός πρόσθεσε έναν καθαριστή στο καύσιμο για να αποτρέψει τη διάβρωση.

03

σκουπιδιάρης, ανακυκλωτής

someone who collects discarded or abandoned items, often for reuse or profit 
Παραδείγματα
She acted like a scavenger, collecting broken furniture to restore. 

Συμπεριφέρθηκε σαν σκουπιδιάρης, συλλέγοντας σπασμένα έπιπλα για να τα αποκαταστήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scavenger
scavenge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store