Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commercial break
01
διαφημιστική παύση, διαφημιστικό διάλειμμα
a pause in a television or radio program during which advertisements or commercials are shown
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commercial breaks
Παραδείγματα
I usually grab a snack during the commercial break.
Συνήθως παίρνω ένα σνακ κατά τη διάρκεια της διαφημιστικής παύσης.



























