Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crowd work
01
αλληλεπίδραση με το κοινό, δουλειά με το πλήθος
the practice of a performer engaging with and interacting with the audience during a live performance, often in a comedic or improvisational manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























