Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kaross
01
kaross, νότιο αφρικανικό ένδυμα από δέρματα ή γούνα ζώων
a Southern African garment made from animal hides or furs, used as a cloak or blanket for warmth and protection by indigenous peoples in the region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
karosses



























