Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kart
01
καρτ, γκο-καρτ
*** a small unsprung motor-racing vehicle typically having four wheels and consisting of a tubular frame with a rear-mounted engine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
karts



























