Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Botox
01
βοτοξ
a drug derived from botulinum toxin that is used medically to temporarily reduce the appearance of wrinkles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























