Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diabolo
01
ντιάμπολο
a small, spool-like object used in juggling and circus tricks, spun and balanced on a string between two sticks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diabolos



























