Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Botheration
01
ενόχληση, εξάψι
the psychological state of being irritated or annoyed
02
ενόχληση, πηγή προβλημάτων
something or someone that causes trouble; a source of unhappiness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























