tendu
ten
ˈtɛn
τεν
du
du:
ντου
/tˈɛnduː/

Ορισμός και σημασία του "tendu"στα αγγλικά

01

τεντωμένος

(of a position) fully extended and stretched, usually with a pointed foot and maintaining proper alignment and control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tendu
συγκριτικός βαθμός
more tendu
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store