Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tendu
01
τεντωμένος
(of a position) fully extended and stretched, usually with a pointed foot and maintaining proper alignment and control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tendu
συγκριτικός βαθμός
more tendu
διαβαθμίσιμο



























