Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to botch up
[phrase form: botch]
01
καταστρέφω, χαλώ
to make a serious mistake that causes a lot of harm or destruction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
botch
ενεστώτας
botch up
γ΄ ενικό πρόσωπο
botches up
ενεστώτα μετοχή
botching up
απλός αόριστος
botched up
παθητική μετοχή
botched up
Παραδείγματα
The new employee unintentionally botched up the company's database.
Ο νέος υπάλληλος κατέστρεψε ακούσια τη βάση δεδομένων της εταιρείας.



























