Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to botch up
01
καταστρέφω, χαλώ
to make a serious mistake that causes a lot of harm or destruction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
botch
ενεστώτας
botch up
γ΄ ενικό πρόσωπο
botches up
ενεστώτα μετοχή
botching up
απλός αόριστος
botched up
παθητική μετοχή
botched up
Παραδείγματα
He botched up the important presentation with numerous errors.
Χάλασε την σημαντική παρουσίαση με πολλά λάθη.



























