to botch
botch
bɒʧ
boch
batchbitchbutchboteh

Ορισμός και σημασία του "botch"στα αγγλικά

to botch
01

καταστρέφω, κάνω χάλι

to do a task badly or carelessly, causing mistakes or damage 
Transitive: to botch sth
to botch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
botch
γ΄ ενικό πρόσωπο
botches
ενεστώτα μετοχή
botching
απλός αόριστος
botched
παθητική μετοχή
botched
Παραδείγματα
He completely botched the repair and made the leak worse. 

Χάλασε εντελώς την επισκευή και έκανε τη διαρροή χειρότερη.

01

κακοδουλειά, λάθος

a mistake resulting from poor execution or handling, often involving significant errors 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
botches
Παραδείγματα
Her botch in handling the presentation left the audience confused and unimpressed. 

Κάθε λάθος στη διαχείριση της παρουσίασης άφησε το κοινό μπερδεμένο και μη εντυπωσιασμένο.

Λεξικό Δέντρο

botched
botcher
botch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store