Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snowy owl
01
χιονόκουκουβάγια, λευκή κουκουβάγια
a large white owl with yellow eyes that hunts during the day and lives in Arctic regions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snowy owls
LanGeek



























