Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moonrat
01
moonrat, φεγγαρόαρουραίος
a species of rodent native to Southeast Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
moonrats
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
moonrat
moon
rat



























