opt in
opt
ɑ:pt
απτ
in
ɪn
ιν
/ˈɒpt ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "opt in"στα αγγλικά

to opt in
[phrase form: opt]
01

εγγραφή, συμμετοχή

to choose to participate in something, typically by actively indicating one's willingness or consent to do so
to opt in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
opt
ενεστώτας
opt in
γ΄ ενικό πρόσωπο
opts in
ενεστώτα μετοχή
opting in
απλός αόριστος
opted in
παθητική μετοχή
opted in
Παραδείγματα
Customers are encouraged to opt in for exclusive offers and discounts.
Οι πελάτες ενθαρρύνονται να εγγραφούν για αποκλειστικές προσφορές και εκπτώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store