Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to opt in
01
εγγραφή, συμμετοχή
to choose to participate in something, typically by actively indicating one's willingness or consent to do so
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
opt
ενεστώτας
opt in
γ΄ ενικό πρόσωπο
opts in
ενεστώτα μετοχή
opting in
απλός αόριστος
opted in
παθητική μετοχή
opted in
Παραδείγματα
During the registration process, you have the option to opt in for email notifications.
Κατά τη διαδικασία εγγραφής, έχετε τη δυνατότητα να εγγραφείτε για ειδοποιήσεις μέσω email.



























