Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pound out
01
χτυπώ δυνατά, παίζω με δύναμη και ζωντάνια
to play with force and vigor, often producing a repetitive and intense sound on musical instruments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
pound
ενεστώτας
pound out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pounds out
ενεστώτα μετοχή
pounding out
απλός αόριστος
pounded out
παθητική μετοχή
pounded out



























