Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Metallicness
01
μεταλλικότητα, μεταλλική γεύση
a taste, aroma, or sensation resembling that of metal such as certain medicines or amalgam dental fillings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metallicnesses
Λεξικό Δέντρο
metallicness
metallic
metal



























