Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deseed
01
αφαιρώ τους σπόρους, ξεκοκκίζω
to remove seeds from fruits, vegetables, or other foods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deseed
γ΄ ενικό πρόσωπο
deseeds
ενεστώτα μετοχή
deseeding
απλός αόριστος
deseeded
παθητική μετοχή
deseeded



























